Ἑλληνοδίκαι

Ἑλληνο-δίκαι, [suff] Ἑλληνο-δικέω,
A v. Ἑλλᾱνο-.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • АТЛОФЕТЫ —    • Athlothĕtae,          αθλοθέται, было первоначально название лиц, определявших награды при состязаниях и называвшихся иногда αγωνοθέται, как, напр., Ахиллей при тризне по Патроклу (Ноm. Il. 23, 258). После того как 4 главных состязательных …   Реальный словарь классических древностей

  • ελλανοδίκης — ο (Α ἑλλανοδίκης, ο συνηθ. στον πληθ. ἑλλανοδίκαι και ἑλληνοδίκαι) νεοελλ. μέλος ελλανόδικης επιτροπής, κριτής αγώνων αρχ. 1. κριτής τών ολυμπιακών αγώνων 2. οι άρχοντες, κριτές που επόπτευαν τους αγώνες στα Νέμεα και στην Επίδαυρο 3. στρατοδίκες …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.